Δράκων
: δράκων
Étymologie
- Du grec ancien Δράκων, Drákōn.
Nom propre
Δράκων, Drákon \ˈðɾa.kon\ masculin
Ανδρομέδα Αντλία Πτηνόν Αετός Βωμός Ηνίοχος Γλυφείον Καμηλοπάρδαλις Κύνες Θηρευτικοί Κύων Μέγας Κύων Μικρός Τρόπις Κασσιόπη Κηφεύς Κήτος Χαμαιλέων Διαβήτης Περιστερά Κόμη Βερενίκης Στέφανος Νότιος Στέφανος Βόρειος Κόραξ Κρατήρ Σταυρός Νότιος Κύκνος Δελφίν Δοράς Δράκων Ιππάριον Ηριδανός Κάμινος Γερανός Ωρολόγιον Ύδρα Ύδρος Σαύρα Λέων Μικρός Λαγωός Λύκος Λυγξ Λύρα Τράπεζα Μικροσκόπιον Μονόκερως Μυία Γνώμων Οκτάς Οφιούχος Ταώς Φοίνιξ Οκρίβας Ιχθύς Νότιος Πρύμνη Πυξίς Δίκτυον Βέλος Ασπίς Γλύπτης Όφις Όφις Εξάς Τηλεσκόπιον Τρίγωνον Τρίγωνον Νότιον Τουκάνα Άρκτος Μεγάλη Άρκτος Μικρή Ιστία Ιχθύς Ιπτάμενος Αλώπηξ |
Voir aussi
- Δράκων (αποσαφήνιση) sur l’encyclopédie Wikipédia (en grec)
Grec ancien
Étymologie
- De δράκων, drákōn (« dragon »).
Nom propre
| Cas | Singulier | |
|---|---|---|
| Nominatif | ὁ | Δράκων |
| Vocatif | Δράκον | |
| Accusatif | τὸν | Δράκοντα |
| Génitif | τοῦ | Δράκοντος |
| Datif | τῷ | Δράκοντι |
Δράκων, Drákōn masculin
Dérivés dans d’autres langues
Modèle:tableau-constellations/grc
Prononciation
- *\drá.kɔːn\ (Attique (Ve siècle av. J.-C.))
- *\ˈdra.kon\ (Koinè, Égypte (Ier siècle))
- *\ˈðra.kon\ (Koinè (IVe siècle))
- *\ˈðra.kon\ (Byzance (Xe siècle))
- *\ˈðra.kon\ (Constantinople (XVe siècle))