αγορητής
Étymologie
- Du grec ancien ἀγορητής, agorētḗs.
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | ο | αγορητής | οι | αγορητές |
| Génitif | του | αγορητή | των | αγορητών |
| Accusatif | τον | αγορητή | τους | αγορητές |
| Vocatif | αγορητή | αγορητές | ||
αγορητής, agoritís \Prononciation ?\ masculin
Dérivés
- αγορήτρια (« oratrice »)
Références
- Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (αγορητής)