αδιάθετος

Étymologie

Du grec ancien ἀδιάθετος, adiáthetos.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif αδιάθετος αδιάθετη αδιάθετο
génitif αδιάθετου αδιάθετης αδιάθετου
accusatif αδιάθετο αδιάθετη αδιάθετο
vocatif αδιάθετε αδιάθετη αδιάθετο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif αδιάθετοι αδιάθετες αδιάθετα
génitif αδιάθετων αδιάθετων αδιάθετων
accusatif αδιάθετους αδιάθετες αδιάθετα
vocatif αδιάθετοι αδιάθετες αδιάθετα

αδιάθετος (adhiáthetos) \a.ði.ˈa.θɛ.tɔs\

  1. Indisposé.
  2. Invendu, inutilisé.