αιγυπτιακός

Étymologie

Du grec ancien Αἰγυπτιακός, Aiguptiakos ; voir Αίγυπτος.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif αιγυπτιακός αιγυπτιακή αιγυπτιακό
génitif αιγυπτιακού αιγυπτιακής αιγυπτιακού
accusatif αιγυπτιακό αιγυπτιακή αιγυπτιακό
vocatif αιγυπτιακέ αιγυπτιακή αιγυπτιακό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif αιγυπτιακοί αιγυπτιακές αιγυπτιακά
génitif αιγυπτιακών αιγυπτιακών αιγυπτιακών
accusatif αιγυπτιακούς αιγυπτιακές αιγυπτιακά
vocatif αιγυπτιακοί αιγυπτιακές αιγυπτιακά

αιγυπτιακός \ɛ.ʝi.pti.a.ˈkɔs\

  1. Égyptien.