αλφάβητο

Étymologie

Du grec ancien ἀλφάβητος, alphábêtos.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  αλφάβητο τα  αλφάβητα
Génitif του  αλφάβητου των  αλφάβητων
Accusatif το  αλφάβητο τα  αλφάβητα
Vocatif αλφάβητο αλφάβητα

αλφάβητο (alfávito) \al.ˈfa.vi.tɔ\ neutre

  1. Alphabet.