αναποτελεσματικότητα

Étymologie

→ voir αν- et αποτελεσματικότητα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  αναποτελεσματικότητα οι  αναποτελεσματικότητες
Génitif της  αναποτελεσματικότητας των  αναποτελεσματικοτήτων
Accusatif τη(ν)  αναποτελεσματικότητα τις  αναποτελεσματικότητες
Vocatif αναποτελεσματικότητα αναποτελεσματικότητες

αναποτελεσματικότητα (anapotelesmatikótita) \a.na.pɔ.tɛ.lɛ.zma.ti.ˈkɔ.ti.ta\ féminin

  1. Inefficacité.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)