αναφλεκτήρας

Étymologie

De αναφλέγω allumer »).

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  αναφλεκτήρας οι  αναφλεκτήρες
Génitif του  αναφλεκτήρα των  αναφλεκτήρων
Accusatif τον  αναφλεκτήρα τους  αναφλεκτήρες
Vocatif αναφλεκτήρα αναφλεκτήρες

αναφλεκτήρας, anaflektíras \Prononciation ?\ masculin

  1. (Automobile) Bougie d’allumage.

Synonymes

Voir aussi