ανοργανωσιά
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | ανοργανωσιά | οι | ανοργανωσιές |
| Génitif | της | ανοργανωσιάς | των | ανοργανωσιών |
| Accusatif | τη(ν) | ανοργανωσιά | τις | ανοργανωσιές |
| Vocatif | ανοργανωσιά | ανοργανωσιές | ||
ανοργανωσιά, anorganosiá \a.nɔɾ.ɣa.nɔ.ˈsça\ féminin