αξιολόγηση
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | αξιολόγηση | οι | αξιολογήσεις |
| Génitif | της | αξιολόγησης αξιολογήσεως |
των | αξιολογήσεων |
| Accusatif | τη(ν) | αξιολόγηση | τις | αξιολογήσεις |
| Vocatif | αξιολόγηση | αξιολογήσεις | ||
αξιολόγηση, aksiológisi \Prononciation ?\ féminin