απαγόρευση

Étymologie

Du verbe απαγορεύω, avec le suffixe -ση.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  απαγόρευση οι  απαγορεύσεις
Génitif της  απαγόρευσης
απαγορεύσεως
των  απαγορεύσεων
Accusatif τη(ν)  απαγόρευση τις  απαγορεύσεις
Vocatif απαγόρευση απαγορεύσεις

απαγόρευση (apagórefsi) \a.pa.ˈɣɔ.ɾɛf.si\ féminin

  1. Interdiction.