αποτελεσματικός
Étymologie
- Du grec ancien ἀποτελεσματικός, apotélésmatikos (« efficace, qui produit des résultats »).
Adjectif
| cas | singulier | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| masculin | féminin | neutre | ||||
| nominatif | αποτελεσματικός | αποτελεσματική | αποτελεσματικό | |||
| génitif | αποτελεσματικού | αποτελεσματικής | αποτελεσματικού | |||
| accusatif | αποτελεσματικό | αποτελεσματική | αποτελεσματικό | |||
| vocatif | αποτελεσματικέ | αποτελεσματική | αποτελεσματικό | |||
| cas | pluriel | |||||
| masculin | féminin | neutre | ||||
| nominatif | αποτελεσματικοί | αποτελεσματικές | αποτελεσματικά | |||
| génitif | αποτελεσματικών | αποτελεσματικών | αποτελεσματικών | |||
| accusatif | αποτελεσματικούς | αποτελεσματικές | αποτελεσματικά | |||
| vocatif | αποτελεσματικοί | αποτελεσματικές | αποτελεσματικά | |||
αποτελεσματικός (apotelesmatikós) \a.pɔ.tɛ.lɛ.zma.ti.ˈkɔs\
- Efficient, efficace.
αποτελεσματικός άνθρωπος, αποτελεσματική διαχείριση
- La traduction en français de l’exemple manque. (Ajouter)
Dérivés
- αποτελεσματικά : efficacement
- αποτελεσματικότητα : efficacité
Références
- Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (αποτελεσματικός)