αποτελεσματικότητα

Étymologie

→ voir αποτελεσματικός et -ότητα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  αποτελεσματικότητα οι  αποτελεσματικότητες
Génitif της  αποτελεσματικότητας των  αποτελεσματικοτήτων
Accusatif τη(ν)  αποτελεσματικότητα τις  αποτελεσματικότητες
Vocatif αποτελεσματικότητα αποτελεσματικότητες

αποτελεσματικότητα (apotelesmatikótita) \a.pɔ.tɛ.lɛ.zma.ti.ˈkɔ.ti.ta\ féminin

  1. Efficacité.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)