αριθμητικός

Étymologie

Du grec ancien ἀριθμητικός, arithmêtikós numéral ») ; voir αριθμός nombre »).

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif αριθμητικός αριθμητική αριθμητικό
génitif αριθμητικού αριθμητικής αριθμητικού
accusatif αριθμητικό αριθμητική αριθμητικό
vocatif αριθμητικέ αριθμητική αριθμητικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif αριθμητικοί αριθμητικές αριθμητικά
génitif αριθμητικών αριθμητικών αριθμητικών
accusatif αριθμητικούς αριθμητικές αριθμητικά
vocatif αριθμητικοί αριθμητικές αριθμητικά

αριθμητικός, arithmitikós \Prononciation ?\

  1. Arithmétique, numérique, relatif aux nombres, à l’arithmétique.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)