αρχιθησαυροφύλακας

Étymologie

Dérivé de θησαυροφύλακας, avec le préfixe αρχι-.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  αρχιθησαυροφύλακας οι  αρχιθησαυροφύλακες
Génitif του  αρχιθησαυροφύλακα των  αρχιθησαυροφυλάκων
Accusatif τον  αρχιθησαυροφύλακα τους  αρχιθησαυροφύλακες
Vocatif αρχιθησαυροφύλακα αρχιθησαυροφύλακες

αρχιθησαυροφύλακας (arkhithisavrofílakas) \aɾ.çi.θi.sa.vɾɔ.ˈfi.la.kas\ masculin

  1. Architrésorier.