αστιγματισμός

Étymologie

De l’anglais astigmatism.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  αστιγματισμός οι  αστιγματισμοί
Génitif του  αστιγματισμού των  αστιγματισμών
Accusatif τον  αστιγματισμό τους  αστιγματισμούς
Vocatif αστιγματισμέ αστιγματισμοί

αστιγματισμός, astigmatismós \Prononciation ?\ masculin

  1. (Nosologie) Astigmatisme.

Voir aussi