αυθάδεια

Étymologie

Du grec ancien αύθάδεια.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  αυθάδεια τα  αυθάδειες
Génitif του  αυθάδειας των  αυθαδειών
Accusatif το  αυθάδεια τα  αυθάδειες
Vocatif αυθάδεια αυθάδειες

αυθάδεια \afˈθa.ðja\ féminin

  1. Insolence.
    • Μην μου μιλάς με αυθάδεια.
      Ne me parle pas avec insolence.

Synonymes

  • αγένεια

Prononciation