αυτοκαταστροφή
Étymologie
- Dérivé de καταστροφή, avec le préfixe αυτο-.
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | αυτοκαταστροφή | οι | αυτοκαταστροφές |
| Génitif | της | αυτοκαταστροφής | των | αυτοκαταστροφών |
| Accusatif | τη(ν) | αυτοκαταστροφή | τις | αυτοκαταστροφές |
| Vocatif | αυτοκαταστροφή | αυτοκαταστροφές | ||
αυτοκαταστροφή (avtokatastrofí) \a.ftɔ.ka.ta.stɾɔ.ˈfi\ féminin