αφηγητής

Étymologie

Du grec ancien ἀφηγητής, aphêgêtếs.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  αφηγητής οι  αφηγητές
Génitif του  αφηγητή των  αφηγητών
Accusatif τον  αφηγητή τους  αφηγητές
Vocatif αφηγητή αφηγητές

αφηγητής (afiyitís) \a.fi.ʝi.ˈtis\ masculin

  1. Narrateur.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)