αφηγητής
Grec
Étymologie
Du
grec ancien
ἀφηγητής
,
aphêgêtếs
.
Nom commun
Cas
Singulier
Pluriel
Nominatif
ο
αφηγητής
οι
αφηγητές
Génitif
του
αφηγητή
των
αφηγητών
Accusatif
τον
αφηγητή
τους
αφηγητές
Vocatif
αφηγητή
αφηγητές
αφηγητής
(afiyitís)
\a.fi.ʝi.ˈtis\
masculin
Narrateur
.
Exemple d’utilisation manquant.
(
Ajouter
)