αὐτοκράτωρ

Grec ancien

Étymologie

Mot dérivé de αὐτοκρατής, autokratês qui gouverne seul »), avec le suffixe -ωρ, -ôr dérivé de κρατέω.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif αὐτοκράτωρ οἱ αὐτοκράτορες τὼ αὐτοκράτορε
Vocatif αὐτοκράτορ αὐτοκράτορες αὐτοκράτορε
Accusatif τὸν αὐτοκράτορα τοὺς αὐτοκράτορας τὼ αὐτοκράτορε
Génitif τοῦ αὐτοκράτορος τῶν αὐτοκρατόρων τοῖν αὐτοκρατόροιν
Datif τῷ αὐτοκράτορι τοῖς αὐτοκράτορσι(ν) τοῖν αὐτοκρατόροιν

αὐτοκράτωρ, autokrátôr *\a͜u.to.ˈkra.tɔːr\ masculin

  1. Empereur.
    • καὶ ἡ ξύμπασα πόλις οὐκ αὐτοκράτωρ οὖσα ἑαυτῆς τοῦτ΄ ἔπραξεν  (Thucydide 3.62.4.3)

Dérivés

  • αὐτοκράτειρα (impératrice)
  • αὐτοκρατορία (empire)
  • αὐτοκρατορικός (impérial)

Dérivés dans d’autres langues

Références