βασιλείδης

Grec ancien

Étymologie

De βασιλεύς, basileús  roi »).

Nom commun

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif βασιλείδης οἱ βασιλείδαι τὼ βασιλείδα
Vocatif βασιλείδα βασιλείδαι βασιλείδα
Accusatif τὸν βασιλείδην τοὺς βασιλείδας τὼ βασιλείδα
Génitif τοῦ βασιλείδου τῶν βασιλειδῶν τοῖν βασιλείδαιν
Datif τῷ βασιλείδ τοῖς βασιλείδαις τοῖν βασιλείδαιν

βασιλείδης, basileídês *\ba.si.ˈleː.dɛːs\ masculin (pour une femme, on dit : βασίλεια)

  1. Prince.