βούληση

Étymologie

Du grec ancien βούλησις, boulêsis.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  βούληση οι  βουλήσεις
Génitif της  βούλησης
βουλήσεως
των  βουλήσεων
Accusatif τη(ν)  βούληση τις  βουλήσεις
Vocatif βούληση βουλήσεις

βούληση, voúlisi \Prononciation ?\ féminin

  1. Volonté.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)