βούτημα
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | το | βούτημα | τα | βουτήματα |
| Génitif | του | βουτήματος | των | βουτημάτων |
| Accusatif | το | βούτημα | τα | βουτήματα |
| Vocatif | βούτημα | βουτήματα | ||
βούτημα, vútima \Prononciation ?\ neutre
Références
- Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (βούτημα)