γάιδαρος

Étymologie

De l’arabe غيذار, gaydar.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  γάιδαρος οι  γάιδαροι
Génitif του  γαϊδάρου
γάιδαρου
των  γαϊδάρων
γάιδαρων
Accusatif το(ν)  γάιδαρο τους  γαϊδάρους
γάιδαρους
Vocatif γάιδαρε γάιδαροι

γάιδαρος, gáidaros \ˈɣai̯.ða.ɾos\ masculin

  1. (Zoologie) Âne.

Synonymes

  • όνος

Dérivés

  • γαϊδούρι
  • γαϊδούρα