γλυπτοθήκη

Étymologie

Du français glyptothèque ; voir γλυπτό sculpture ») et θήκη boite »).

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  γλυπτοθήκη οι  γλυπτοθήκες
Génitif της  γλυπτοθήκης των  γλυπτοθηκών
Accusatif τη(ν)  γλυπτοθήκη τις  γλυπτοθήκες
Vocatif γλυπτοθήκη γλυπτοθήκες

γλυπτοθήκη, gliptothíki \ɣli.ptɔ.ˈθi.ci\ féminin

  1. Glyptothèque.