γορίλλας

Étymologie

Du grec ancien Γόριλλαι Goríllai.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  γορίλλας οι  γορίλλες
Génitif του  γορίλλα των  γοριλλών
Accusatif το(ν)  γορίλλα τους  γορίλλες
Vocatif γορίλλα γορίλλες

γορίλλας (goríllas) \ɣɔ.ˈɾi.las\

  1. Gorille (grand singe d’Afrique).