γυμνότητα

Étymologie

Du grec ancien γυμνότης, gumnótês, voir γυμνός gymnós (« nu ») et -ότητα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  γυμνότητα οι  γυμνότητες
Génitif της  γυμνότητας των  γυμνοτήτων
Accusatif τη(ν)  γυμνότητα τις  γυμνότητες
Vocatif γυμνότητα γυμνότητες

γυμνότητα (yimnótita) \ʝi.ˈmnɔ.ti.ta\ féminin

  1. Nudité.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)