δελεαστικός

Étymologie

→ voir δελεάζω.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif δελεαστικός δελεαστική δελεαστικό
génitif δελεαστικού δελεαστικής δελεαστικού
accusatif δελεαστικό δελεαστική δελεαστικό
vocatif δελεαστικέ δελεαστική δελεαστικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif δελεαστικοί δελεαστικές δελεαστικά
génitif δελεαστικών δελεαστικών δελεαστικών
accusatif δελεαστικούς δελεαστικές δελεαστικά
vocatif δελεαστικοί δελεαστικές δελεαστικά

δελεαστικός (dheleastikós) \ðɛ.lɛ.a.sti.ˈkɔs\

  1. Séducteur.