διάθεση

Étymologie

Du grec ancien διάθεσις, diáthesis.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  διάθεση οι  διαθέσεις
Génitif της  διάθεσης
διαθέσεως
των  διαθέσεων
Accusatif τη(ν)  διάθεση τις  διαθέσεις
Vocatif διάθεση διαθέσεις

διάθεση (dhiáthesi) \ði.ˈa.θɛ.si\ féminin

  1. Disposition.

Dérivés

  • αυτοδιάθεση