διεύθυνση
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | διεύθυνση | οι | διευθύνσεις |
| Génitif | της | διεύθυνσης διευθύνσεως |
των | διευθύνσεων |
| Accusatif | τη(ν) | διεύθυνση | τις | διευθύνσεις |
| Vocatif | διεύθυνση | διευθύνσεις | ||
διεύθυνση, diéfthynsi \ði.ˈɛf.θin.si\ féminin