δικτάτορας

Voir aussi : διδάκτορας

Étymologie

Emprunté au latin dictator.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  δικτάτορας οι  δικτάτορες
Génitif του  δικτάτορα των  δικτατόρων
Accusatif τον  δικτάτορα τους  δικτάτορες
Vocatif δικτάτορα δικτάτορες

δικτάτορας (dhiktátoras) \ði.ˈkta.tɔ.ɾas\ masculin

  1. Dictateur.