εισαγωγή
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | εισαγωγή | οι | εισαγωγές |
| Génitif | της | εισαγωγής | των | εισαγωγών |
| Accusatif | τη(ν) | εισαγωγή | τις | εισαγωγές |
| Vocatif | εισαγωγή | εισαγωγές | ||
εισαγωγή (isagoyí) \i.sa.ɣɔ.ˈʝi\ féminin
- Importation.
- Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)