εκκεντρικότητα

Étymologie

Dérivé de εκκεντρικός, avec le suffixe -ότητα.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  εκκεντρικότητα οι  εκκεντρικότητες
Génitif της  εκκεντρικότητας των  εκκεντρικοτήτων
Accusatif τη(ν)  εκκεντρικότητα τις  εκκεντρικότητες
Vocatif εκκεντρικότητα εκκεντρικότητες

εκκεντρικότητα (ekkendrikótita) \ɛ.cɛn.dɾi.ˈkɔ.ti.ta\ féminin

  1. Excentricité.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)