εμπορευματοκιβώτιο

Étymologie

Mot composé de εμπόρευμα, emporevma marchandise ») et de κιβώτιο, kivótio caisse »).

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  εμπορευματοκιβώτιο τα  εμπορευματοκιβώτια
Génitif του  εμπορευματοκιβωτίου των  εμπορευματοκιβωτίων
Accusatif το  εμπορευματοκιβώτιο τα  εμπορευματοκιβώτια
Vocatif εμπορευματοκιβώτιο εμπορευματοκιβώτια

εμπορευματοκιβώτιο, emporevmatokivótio \Prononciation ?\ neutre

  1. Conteneur, caisse métallique destinée au transport de marchandises.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)

Synonymes

Références