ενέργεια
Étymologie
- Du grec ancien ἐνέργεια, enérgeia.
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | ενέργεια | οι | ενέργειες |
| Génitif | της | ενέργειας | των | ενεργειών |
| Accusatif | τη(ν) | ενέργεια | τις | ενέργειες |
| Vocatif | ενέργεια | ενέργειες | ||
ενέργεια (enéryia) \ɛ.ˈnɛɾ.ʝi.a\ féminin
- Action.
- Agissement.
- (Physique) Énergie.
Dérivés
- αντενέργεια
- ενεργειακός
- ενεργητικός
- ενεργητικότητα
- ενεργοβόρος
- ενεργοποιώ
- ενεργός
- ενεργώ