ενδιαφέρον

Étymologie

Déverbal de ενδιαφέρω intéresser »).

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  ενδιαφέρον τα  ενδιαφέροντα
Génitif του  ενδιαφέροντος των  ενδιαφερόντων
Accusatif το  ενδιαφέρον τα  ενδιαφέροντα
Vocatif ενδιαφέρον ενδιαφέροντα

ενδιαφέρον, endiaféron neutre

  1. Intérêt.
    • Ένα ζωηρό ενδιαφέρον.
      Un vif intérêt.
    • Αυτό το βιβλίο προκαλεί το ενδιαφέρον.
      Ce livre captive l’intérêt.

Prononciation