εξαιρετικός

Étymologie

Dérivé de εξαίρετος, exéretos, avec le suffixe -ικός, -ikós.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif εξαιρετικός εξαιρετική εξαιρετικό
génitif εξαιρετικού εξαιρετικής εξαιρετικού
accusatif εξαιρετικό εξαιρετική εξαιρετικό
vocatif εξαιρετικέ εξαιρετική εξαιρετικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif εξαιρετικοί εξαιρετικές εξαιρετικά
génitif εξαιρετικών εξαιρετικών εξαιρετικών
accusatif εξαιρετικούς εξαιρετικές εξαιρετικά
vocatif εξαιρετικοί εξαιρετικές εξαιρετικά

εξαιρετικός, exeretikós \ɛ.ksɛ.ɾɛ.ti.ˈkɔs\

  1. Très bon.
  2. Exceptionnel (pas ordinaire, rare).

Synonymes

Dérivés

Apparentés étymologiques