επανέκδοση
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | επανέκδοση | οι | επανεκδόσεις |
| Génitif | της | επανέκδοσης επανεκδόσεως |
των | επανεκδόσεων |
| Accusatif | τη(ν) | επανέκδοση | τις | επανεκδόσεις |
| Vocatif | επανέκδοση | επανεκδόσεις | ||
επανέκδοση \Prononciation ?\ féminin
Dérivés
- επανεκδίδω