επανέκδοση

Étymologie

Dérivé de έκδοση, avec le préfixe επανα-.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  επανέκδοση οι  επανεκδόσεις
Génitif της  επανέκδοσης
επανεκδόσεως
των  επανεκδόσεων
Accusatif τη(ν)  επανέκδοση τις  επανεκδόσεις
Vocatif επανέκδοση επανεκδόσεις

επανέκδοση \Prononciation ?\ féminin

  1. Réédition.

Dérivés

  • επανεκδίδω