επεισοδιακός

Étymologie

→ voir επεισόδιο.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif επεισοδιακός επεισοδιακή επεισοδιακό
génitif επεισοδιακού επεισοδιακής επεισοδιακού
accusatif επεισοδιακό επεισοδιακή επεισοδιακό
vocatif επεισοδιακέ επεισοδιακή επεισοδιακό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif επεισοδιακοί επεισοδιακές επεισοδιακά
génitif επεισοδιακών επεισοδιακών επεισοδιακών
accusatif επεισοδιακούς επεισοδιακές επεισοδιακά
vocatif επεισοδιακοί επεισοδιακές επεισοδιακά

επεισοδιακός (episodhiakós) \ɛ.pi.sɔ.ði.a.ˈkɔs\

  1. Épisodique.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)