εργατικός

Voir aussi : ἐργατικός

Étymologie

Du grec ancien ἐργατικός, ergatikos.

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif εργατικός εργατική εργατικό
génitif εργατικού εργατικής εργατικού
accusatif εργατικό εργατική εργατικό
vocatif εργατικέ εργατική εργατικό
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif εργατικοί εργατικές εργατικά
génitif εργατικών εργατικών εργατικών
accusatif εργατικούς εργατικές εργατικά
vocatif εργατικοί εργατικές εργατικά

εργατικός, ergatikós \ɛɾ.ɣa.ti.ˈkɔs\

  1. Travailleur.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)

Apparentés étymologiques

Références

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (εργατικός)