ετυμολογία

Étymologie

Du grec ancien ἐτυμολογία, etymología.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ετυμολογία οι  ετυμολογίες
Génitif της  ετυμολογίας των  ετυμολογιών
Accusatif τη(ν)  ετυμολογία τις  ετυμολογίες
Vocatif ετυμολογία ετυμολογίες

ετυμολογία (etimoloyía) \e.ti.mo.loˈʝi.a\ féminin

  1. Étymologie.