ευχέρεια

Étymologie

Du grec ancien εὐχέρεια.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ευχέρεια οι  ευχέρειες
Génitif της  ευχέρειας των  ευχερειών
Accusatif τη(ν)  ευχέρεια τις  ευχέρειες
Vocatif ευχέρεια ευχέρειες

ευχέρεια \efˈxe.ɾja\ féminin

  1. Fluidité.
    • Η ευχέρεια με την οποία εκτελεί τον χορό είναι απλώς τέλεια.
      La fluidité avec laquelle elle exécute la danse est tout simplement parfaite.

Antonymes

Prononciation