ημιπληγία

Étymologie

Du grec ancien ἡμιπληγία, hêmiplêgía

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ημιπληγία οι  ημιπληγίες
Génitif της  ημιπληγίας των  ημιπληγιών
Accusatif τη(ν)  ημιπληγία τις  ημιπληγίες
Vocatif ημιπληγία ημιπληγίες

ημιπληγία (imipliyía) \i.mi.pli.ˈʝi.a\ féminin

  1. (Médecine) Hémiplégie.