ηφαιστειολογία

Étymologie

Dérivé de ηφαίστειο, avec le suffixe -λογία.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ηφαιστειολογία οι  ηφαιστειολογίες
Génitif της  ηφαιστειολογίας των  ηφαιστειολογιών
Accusatif τη(ν)  ηφαιστειολογία τις  ηφαιστειολογίες
Vocatif ηφαιστειολογία ηφαιστειολογίες

ηφαιστειολογία (ifestioloyía) \i.fe.sti.ɔ.lɔ.ˈʝi.a\ féminin

  1. (Géologie) Volcanologie.