ιδιωτικοποίηση

Étymologie

De ιδιωτικοποιώ, privatiser (de ιδιωτικός, privé) avec le préfixe -ση.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ιδιωτικοποίηση οι  ιδιωτικοποιήσεις
Génitif της  ιδιωτικοποίησης
ιδιωτικοποιήσεως
των  ιδιωτικοποιήσεων
Accusatif τη(ν)  ιδιωτικοποίηση τις  ιδιωτικοποιήσεις
Vocatif ιδιωτικοποίηση ιδιωτικοποιήσεις

ιδιωτικοποίηση (idiotikopíisi) \Prononciation ?\ féminin

  1. Privatisation.