ισοδύναμος

Étymologie

Composé de ίσος, ísos, δύναμη, dynami et -ος, -os, littéralement « égal en force ».

Adjectif

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ισοδύναμος ισοδύναμη ισοδύναμο
génitif ισοδύναμου ισοδύναμης ισοδύναμου
accusatif ισοδύναμο ισοδύναμη ισοδύναμο
vocatif ισοδύναμε ισοδύναμη ισοδύναμο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif ισοδύναμοι ισοδύναμες ισοδύναμα
génitif ισοδύναμων ισοδύναμων ισοδύναμων
accusatif ισοδύναμους ισοδύναμες ισοδύναμα
vocatif ισοδύναμοι ισοδύναμες ισοδύναμα

ισοδύναμος, isodínamos \i.sɔ.ˈði.na.mɔs\

  1. Équivalent.

Dérivés

Références

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (ισοδύναμος)