ιστόρημα

Étymologie

Du grec ancien ἱστόρημα, histórêma, de ἱστορέω, historéô.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  ιστόρημα τα  ιστορήματα
Génitif του  ιστορήματος των  ιστορημάτων
Accusatif το  ιστόρημα τα  ιστορήματα
Vocatif ιστόρημα ιστορήματα

ιστόρημα (istórima) \Prononciation ?\ neutre

  1. Histoire.
    • Exemple d’utilisation manquant. (Ajouter)

Apparentés étymologiques

Références

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (ιστόρημα)