ιτιά η κλαίουσα

Étymologie

Composé de ιτιά, η et κλαίουσα.

Locution nominale

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ιτιά η κλαίουσα οι  ιτιές οι κλαίουσες
Génitif της  ιτιάς της κλαίουσας των  ιτιών των κλαιουσών
Accusatif τη(ν)  ιτιά την κλαίουσα τις  ιτιές τις κλαίουσες
Vocatif ιτιά κλαίουσα ιτιές κλαίουσες

ιτιά η κλαίουσα, itiá i kléusa \iˈtça i ˈkle.u.sa\ féminin

  1. (Botanique) Saule pleureur.