καθαριότητα
Étymologie
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | η | καθαριότητα | οι | καθαριότητες |
| Génitif | της | καθαριότητας | των | καθαριοτήτων |
| Accusatif | τη(ν) | καθαριότητα | τις | καθαριότητες |
| Vocatif | καθαριότητα | καθαριότητες | ||
καθαριότητα (kathariótita) \Prononciation ?\ féminin