καλτσοδέτα

Étymologie

Dérivé de καλτσοδέτης.

Nom commun

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  καλτσοδέτα οι  καλτσοδέτες
Génitif της  καλτσοδέτας των  καλτσοδετών
Accusatif τη(ν)  καλτσοδέτα τις  καλτσοδέτες
Vocatif καλτσοδέτα καλτσοδέτες

καλτσοδέτα (kaltsodhéta) \kal.ʦɔ.ˈðɛ.ta\ féminin

  1. Jarretière (vêtement).