καπετάνιος
Étymologie
- De l’italien capitano, via le vénitien capetanio.
Nom commun
| Cas | Singulier | Pluriel | ||
|---|---|---|---|---|
| Nominatif | ο | καπετάνιος | οι | καπετάνιοι |
| Génitif | του | καπετάνιου | των | καπετάνιων |
| Accusatif | τον | καπετάνιο | τους | καπετάνιους |
| Vocatif | καπετάνιε | καπετάνιοι | ||
καπετάνιος, kapetánios \ka.peˈta.ɲos\ masculin
Références
- Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (καπετάνιος)